Νίκος Καζαντζάκης

Καζαντζάκης 61 χρόνια μετά

26/10/1957 – το φως πια λιγόστεψε…

Καζαντζάκης Νίκος

Καζαντζάκης Νίκος (1883 – 1957)

Ημέρα θανάτου στο Φράϊμπουρ Γερμανίας του Νίκου Καζαντζάκη. Πέρασαν 60 και 1 χρόνια από την ημέρα που έφυγε (74) «μην ελπίζοντας, μη φοβούμενος, ελεύθερος πάντα» ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας – διανοητής. Μια ζωή αφιερωμένος στην αναζήτηση του Θεού ελπίζοντας κάποτε να τον αντικρύσει. Ωστόσο δεν βρήκε στο δρόμο του παρά την απεγνωσμένη ελπιδοφόρο ή και απέλπιδα αυτή αναζήτηση – κι από αυτή οικοδομήθηκε το έργο του.

Έργο διαποτισμένο με τις μεγάλες ιδέες για το μεταφυσικό πρόβλημα του ανθρώπου, αλλά προσιτό, οικείο για κάθε άνθρωπο που πιάνει ένα βιβλίο από αυτό το έργο, στα χέρια του. Όπως το ίδιο απλός ήταν στη ζωή του παρ’ όλα τα μεγάλα προβλήματα της ύπαρξης που τον βασάνιζαν και που «εύχεται στη βαφτισιμιά του να συνεχίζει αμέριμνα το παιχνίδι γιατί ακόμη είναι μικρή να ασχοληθεί με τα άλλα» καθώς εξομολογείται η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στη συνομιλία της για τον Καζαντζάκη.

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο γραφείο του

Γέννημα – θρέμμα της κρητικής γης γεννημένος στο Ηράκλειο (1883) όπου και ο τάφος του σήμερα (τοποθεσία ντάπια Μαρτινέγκου) με το σταυρό να κοιτάζει υπερήφανα στην απεραντωσύνη ουρανού και γης, στα θυελλώδη ξεσπάσματα του πελαγίσιου αέρα – ένα ανάστημα ψυχής γιγαντωμένης από την τραχειά υλική γη και το ερευνητικό μάτι προς την απεραντωσύνη του απείρου, ο Καζαντζάκης διέγραψε μια πορεία μπαίνοντας επικεφαλής της μεγάλης αλυσσίδας των Ηρακλειωτών συγγραφέων.

Ο Νίκος Καζαντζάκης από το Ηράκλειο Κρήτης πήγε στην Αθήνα όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή, κι αργότερα στο Παρίσι πάλι στη Νομική. Στράφηκε όμως στη λογοτεχνία και στη φιλοσοφία με κύριο έργο σ’ αυτήν την «Ασκητική» (Salvatores Dei / 1927) βασισμένο αρχικά στη Νιτσεϊκή φιλοσοφία, όπου ο λόγος του εμπεδώνεται στην πορεία στη Μεταφυσική θεώρηση.

Ταξίδεψε πολύ εξ ού και η σειρά «Ταξιδεύοντας». Μιλούσε απταίστως πολλές γλώσσες. Ξακουστός σε ένα μεγαλύτερο κοινό που αρχίζοντας από την Ελλάδα, καταλαμβάνει ένα  ολοένα και ευρύτερο φάσμα αναγνωστών, που κατά κύριο λόγο κερδήθηκε με την ταινία Αλέξης Ζορμπάς (1964), έργο γραμμένο το 1946 – με μουσική επένδυση Μίκη Θεοδωράκη, μη ξεχνώντας φυσικά και τα έργα «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (Σειρά TV / 1975) – γραμμένο το 1948, «Ο Τελευταίος Πειρασμός» (1988) μεταφερμένο κι αυτό στον κινηματογράφο – έργα όπου προσέδωσε μια ανθρώπινη υπόσταση στον Χριστό και που δυστυχώς κατηγορήθηκε με αφορισμό από την εκκλησία.

Τα μυθιστορήματα «Ο Φτωχούλης του Θεού» (1953), «Αναφορά στο Γκρέκο» (1961 / μετά θάνατον έκδοση) – και τα δύο προς τιμήν δύο επιφανών προσωπικοτήτων: του Μοναχού – Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης και του εκ Κρήτης ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά του έργα όπου διαγράφονται η ζωή και η ιδιοσυγκρασία του – ιδιαίτερα η «Αναφορά στο Γκρέκο», καθώς περιέχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία. Το 1957 έχασε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για μία ψήφο, από τον Αλμπέρ Καμύ – γεγονός που ο ίδιος ο Καμύ σχολίασε: «Ο Καζαντζάκης άξιζε χίλιες φορές περισσότερο από μένα».

Καταδιωκόμενος από πλείστα προβλήματα οικονομικά, πνευματικά, προσωπικά, συνέχιζε απτόητος τον αγώνα του συγγραφέα: να επικοινωνήσει μέσω του εσώτερου εαυτού του και των δημιουργημάτων του με τον κάθε μοναχικό αναγνώστη που πορεύεται μέσα στο μοναχικό πλήθος αγωνιζόμενος κι αυτός μέσα από τον προσωπικό του αγώνα. Μα η ζωή είναι ένας αγώνας – να ζήσεις, να πορευτείς, να βρεις τον αληθινό σου εαυτό μέσα από τις ποικίλες εκφάνσεις, εκδηλώσεις της καθημερινότητας, όπου λέει η ποιήτρια Αγγελάκη-Ρουκ στο ποίημα της «Μοναξιά»: Μέσα στη τόση μοναξιά μία είναι η σωτηρία και προκύπτει μόνο μέσα από την προσωπική μοναξιά του καθενός.

Στο βίντεο – link που παρατίθεται η γνωστή ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, βαπτισιμιά του Νίκου Καζαντζάκη, με αφορμή την δημοσίευση της αλληλογραφίας του συγγραφέα με την οικογένεια Αγγελάκη, ξεδιπλώνει μνήμες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Ο επιμελητής της έκδοσης Θανάσης Αγάθος, Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισημαίνει άγνωστες λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του συγγραφέα. Η Διευθύντρια των Εκδόσεων Καζαντζάκη Νίκη Σταύρου και πνευματική κόρη της Ελένης Ν. Καζαντζάκη, αναφέρεται στις προσπάθειες που γίνονται για να έρθει η νέα γενιά των Ελλήνων σε επαφή με το τεράστιο έργο του. Ο Νίκος Μαθιουδάκης, Πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, περιγράφει την τεράστια ζήτηση και αποδοχή που συνεχίζει να έχει ο συγγραφέας του «Αλέξη Ζορμπά», του «Καπετάν Μιχάλη» και τόσων άλλων αριστουργημάτων. Στην εκπομπή παρουσιάζονται αποσπάσματα από τη θεατρική προσαρμογή της «Ασκητικής» σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου.

Advertisements
Το Τρίτο Στεφάνι - Κώστας Ταχτσής

Το τρίτο στεφάνι

Αθήνα 1985 Εκδόσεις Ερμείας

Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ως άνθρωπος εσωτερικά και ως βιώματα, ήταν πολυτάραχη. Παιδί μεγαλωμένο από τη γιαγιά του στην Αθήνα ενώ η μάνα του ζούσε Θεσσαλονίκη μαζί με την αδελφή του καθώς είχαν χωρίσει οι γονείς του και η μάνα του τον πήγε στη γιαγιά του να μένει άγνωστο γιατί. Όταν κατέβαινε στην Αθήνα κι έλεγε στη μάνα της να τον πάρει, εκείνη απειλούσε πως θα πέσει από το μπαλκόνι να σκοτωθεί αν το έκανε κι έτσι εκείνη έφευγε πάντα χωρίς να τον παίρνει μαζί της. Έτσι μικρός ο Κώστας μεγάλωσε με την αυταρχική επιτήρηση της γιαγιάς του – κάτι ωστόσο που δεν απέτρεψε το μοιραίο – να εξαφανισθεί κάποιες ώρες άγνωστο πόσες και με ποιον, και να βιώσει πιθανόν ένα καταλυτικά άσχημο περιστατικό – όπως η ίδια η αδελφή του επεσήμανε μετά το θάνατο του, που του δημιούργησε στη συνέχεια τα γνωστά αδιέξοδα.

Ο νεαρός Κώστας Ταχτσής

Στο βιβλίο «το Τρίτο Στεφάνι» (ιδιωτική έκδοση το 1962) περιγράφει αριστοτεχνικά τη καθημερινότητα του με τις δύο γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του – τη γιαγιά του στο βιβλίο Εκάβη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη με τη μάνα του αντίστοιχα Νίνα συμπλέκοντας ως υπόθεση του έργου τους δύο μονολόγους τους. Οι διάλογοι είναι τόσο ζωντανοί, οι παρουσίες των γυναικών καταλυτικές σ’ έναν κόσμο όπου δεν χωρούσε τους άνδρες και πράγματι ούτε στον κόσμο του Ταχτσή χώρεσαν καθώς τους απαρνήθηκε – γεγονός που σφραγίστηκε οριστικά με την επίσκεψη του πατέρα του στο σπίτι όπου έμενε με τη γιαγιά του στο Μεταξουργείο, και το άγριο ξυλοκόπημα που δέχτηκε απ’ αυτόν όταν είδε τα γραπτά του στο τραπέζι – ένα ημερολόγιο, ποιήματα, τα οποία μανιωδώς και έσκισε – γραπτά που μέσα από τα οποία έβγαιναν πολλά για κρυφές πτυχές της ζωής του.

Το βιβλίο σε σχέδιο εξωφύλλου από τον Αλέκο Φασιανό, βγήκε στις εκδόσεις Ερμείας επισήμως το 1985, αφού είχε απορριφθεί για μια δεκαετία από τους εκδότες λόγω ασέμνου περιεχομένου έλεγαν κάτι που ανάγκασε τον ίδιο να πρωτοεκδόσει με δικά του έξοδα. Πρόκειται για ένα νεανικό αφήγημα – για τα πρώτα του χρόνια που τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη, μετά στην Αθήνα – ως το 1962 (ως νεαρός ποιητής) που ολοκλήρωσε την αφήγηση τους. Πάντως αφού το εξέδοσε έφυγε στο εξωτερικό γυρνώντας με μια βέσπα συνήθως, όμως τι έκπληξη, γυρίζοντας βρέθηκε μπροστά στη θερμή υποδοχή του βιβλίου και την αναγνώριση. Έκτοτε έλαβε κάποιες δημόσιες θέσεις στην ΕΡΤ καθώς και από τη θέση του αρθρογράφου γνωρίστηκε με κόσμο, χωρίς ωστόσο ποτέ να εγκαταλείψει τις ανορθόδοξες δραστηριότητες του στον κόσμο της νύχτας με επισκέψεις στην οδό Αθηνάς, στη Συγγρού εκεί όπου δεχόταν προπηλακισμούς ακόμη και επιθέσεις βαρέων τραυματισμών, που τον οδηγούσαν στον Ευαγγελισμό, από τις τραβεστί της περιοχής γιατί δεν «τον χώνευαν» καθώς πίστευαν πως θα τους «έκλεβε την πελατεία».

Κώστας Ταχτσής (1927 – 1988) – με φόντο την Αθήνα

Ήταν η δεύτερη φύση του μετά τη συγγραφική, να συγχρωτίζεται με τον κόσμο της νύχτας και του υποκόσμου – ανθρώπους που έφερνε και στο σπίτι του, μη διστάζοντας και μη φοβούμενος τα χειρότερα. Πράγματι και έτσι συνέβη, αυτός ο κόσμος απέβη μοιραίος κόβοντας του το νήμα της ζωή του στα 60 του χρόνια. Βρέθηκε νεκρός από την αδελφή του το πρωί στο κρεβάτι του, με όλα τα φώτα ανοιχτά κι αυτά της εισόδου του σπιτιού ακόμη. Το βιβλίο έμεινε να τον θυμίζει το πόσο μεγάλος συγγραφέας υπήρξε, πόσο αυτές οι δύο γυναίκες Εκάβη και Νίνα (στο βιβλίο), επηρρέασαν για πάντα τη ζωή του. Ο Κώστας Ταχτσής δεν τις εφηύρε, υπήρξαν εκεί μπροστά του να του θυμίζουν πάντα, πόσο ανυπεράσπιστη είναι η γυναικεία φύση μπροστα στην ανδρική δύναμη και σε τι πονηριές μετέρχεται για να την αντιμετωπίσει. Δύναμη που του αφαίρεσε του ίδιου τη ζωή, με τόση μανία και εκδικητικότητα.

taxtsis_dolofonia

Η Δολοφονία του συγγραφέα

Στο βιβλίο του Κώστα Τσαρούχα «Η δολοφονία του συγγραφέα» (2008) ανάμεσα σε άλλα εγκλήματα παρουσιάζεται και η ζωή του Ταχτσή, η φιλία που τους ένωνε, καθώς πολλές φορές τον βοήθησε ο δημοσιογράφος, κτυπημένος από τις τραβεστί της Συγγρού και της Αθηνάς πηγαίνοντας τον για τις πρώτες βοήθειες. Οι γιατροί όταν τους έλεγε «ξέρετε ποιος είναι αυτός;» έμεναν αποσβολωμένοι όταν άκουγαν το όνομα του πασίγνωστου συγγραφέα. Όμως η ζωή κυλάει κι όλα ξεχνιώνται και ο νεανικός ως ποιητής Ταχτσής με τις περιπλανήσεις του στους πέριξ του Συντάγματος δρόμους και στα διάφορα στέκια και ο ώριμος αργότερα, με την επιτυχία και την αναγνώριση του συγγραφέα, αλλά και το φρικτό τέλος (1988) όπως επιφυλάχθηκε και σε άλλους της ίδιας ζωής – τους Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1975), Τζιάνι Βερσάτσε (1997), Νίκο Σεργιανόπουλο (2008) και τελευταία του Μένη Κουμανταρέα (2014). Το βιβλίο όμως με τη ερυθρόχρωμη εικόνα του Φασιανού, πάντα θα μένει στο ράφι της βιβλιοθήκης να θυμίζει πως τα αγνά πρώτα χρόνια της ζωής ενός αγοριού μπορούν να γυρίσουν σε μια σκοτεινή περσόνα που με τίποτα δεν μπορείς να απαλλαγείς. Το λαμπρό φως της ζωής των πρώτων χρόνων μιας συντηρητικής μικροαστικής απλής ζωής, συχνά δυστυχώς γίνεται ένας μαύρος ουρανός των πιο σκοτεινών και ανερμήνευτων παθών.

Rue Mouffetard
Σύνδεσμος

Αιώνια Γιορτή

rueMouffetard

Rue Mouffetard

Rue Mouffetard

Rue Mouffetard – Quartier Latin

Ξαφνικά προς το τέλος του φθινόπωρου ο καιρός χάλασε. Έπρεπε να σηκωνόμαστε τη νύχτα και να κλείνουμε τα παραθυρόφυλλα γιατί έβρεχε και ο κρύος αέρας στρφογύριζε τα φύλλα στην πλατεία Contrescarpe.… οδός Mouffetard «αυτός ο θαυμάσιος μικρός δρόμος με το πλήθος των περαστικών και των υπαίθριων αγορών»…

Source: Αιώνια Γιορτή | εικόνα πηγή hemingwaysparis.blogspot.gr

Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν

brazilianCapture

Μπραζίλιαν Σαραβάνου – Οίκος Καφέδων Βραζιλίας

Κώστας Ταχτσής: Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν (1954)

Ποιητικές Συλλογές του Κώστα Ταχτσή (1927 – 1988)
Ποιήματα (1951)
Τα Μικρά Ποιήματα (Αποκηρυγμένα απ’ τον ίδιον)
Περί Ώραν Δωδεκάτη (1953)
Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν (1954)
Καφενείο το Βυζάντιο 1956
Πεζά: Το Τρίτο Στεφάνι (1962) Τα Ρέστα (Διηγήματα 1972)

Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σ’ ένα φάκελο
δε θα σε δω να φεύγεις
ή να ’ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάς
αν πω πως πέθανα;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τ’ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μ’ ένα νεκρό
Τασία – έναν καφέ παρακαλώ
αν ξάφνου μ’ αντικρίσουν ζωντανό
θα ε κ π λ α γ ο ύ ν
η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρών
Τασία – παρακαλώ έναν καφέ
Θ’ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται
η φράση «σ’ α γ α π ώ» – αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή
λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
κυρά μου
εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου
ο καφές σας κύριε
η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι
και είναι λ έ ε ι ποιητής
μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά
η ποίηση φίλε πέθανε
η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδα
στους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μ’ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
μα δεν γνωρίζεστε;
ο κύριος είναι ποιητής
ναι
είναι παχύς
πολύ παχύς
και παίζει στον Ιππόδρομο
η ώρα είναι μία
ο θάνατος των ωρών
βρέχει
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
αφ’ ότου έφυγες
δεν έπαψε να βρέχει
ήσουν περίεργος να μάθεις
τι υπάρχει πίσω από το θάνατο
θ ά ν α τ ο ς
τι άλλο θέλεις να υπάρχει;
Π ρ ο σ ο χ ή! Κ ί ν δ υ ν ο ς  ζ ω ή!
σου’ λεγα μείνε
θα βρω καρφιά να σε σταυρώσω
λόγχες να σε τρυπήσω
σ’ ένα καλάμι θα’ δενα
σφουγγάρι την καρδιά μου
για να σε φτάσω τώρα πρέπει
να πάω κοντά στη θάλασσα
γράφω λοιπόν κι εγώ χαρτιά
ομοιώματα διαβατηρίων
κι απέ τα ρίχνω στο νερό
δεν θέλω να τα δούνε άνθρωποι
που δεν γνωρίζουνε να σκαρφαλώνουν
στον καπνό των καραβιών
οι άνθρωποι οι άνθρωποι
παίρνουν τα γράμματά μας και μ’ αυτά
ανάβουνε φωτιά το χειμώνα
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
φθινόπωρο
τα φύλλα των δέντρων
πάθανε πάλι ελονοσία
την άνοιξη θα πάρω DDT
φύγε
ο τρόπος που μιλάς –
δεν ξέρει
πως ο δικός μου τρόπος είναι
σιωπητήριο
ο τρόπος που χτενίζεσαι
ο τρόπος που γελάς –
δεν ξέρει
τίποτα δεν ξέρει
φοβού τους ποιητάς
και ποίησιν φέροντας
μου επιτρέπετε να σας συστήσω;
τι ποιήματα συνθέτετε;
ποιήματα
λυρικά; σατυρικά;
π ο ι ή μ α τ α
ο κύριος είναι κίναιδος
αιδοίον χωρίς κίονα
κύων χωρίς αιδώ
άνθρωπος
ποτέ δεν θα ξεχάσω τον Αλέξαντρο
στο στήθος του καθότανε
ένας αητός
ήτανε δύσκολη εποχή
στους δρόμους
γύριζαν ωχροί εσταυρωμένοι
κι οι μανάδες μας
δεν χρειαζόντουσαν άλλα ορφανά
μια καληνύχτα
γινόταν εύκολα αντίο
στο στήθος του
στο στήθος του καθότανε ο αητός
ο κύριος είναι κίναιδος
ά ν θ ρ ω π ο ς
χαίρετε χαίρετε
να με ξεχνάτε
υπήρξα άφρων δεν τ’ αρνιέμαι
μα σεις φίλε ξεχάσατε να βάλετε
λάδι στο λύχνο σας
ιδού ο Νυμφίος έρχεται
προσπέρασε
για πάντα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
και πότε η κηδεία;
η κηδεία των ωρών
μα η ζωή αντέχει ακόμα
σε κάμποσες ανησυχίες
σε αρκετές μετάνοιες
και στο θάνατο
δεν θα μιλήσω πια ποτέ
δεν θα μιλήσω
ο θάνατος
ο θάνατος
θα τον εκμηδενίσω
αντίο σας
φεύγε δίχως να κοιτάζεις πίσω
βαρέθηκα
η ποίηση της ποίησης την ποίηση
τη ζωή σας
α υ τ ή τι την κάνατε;
δεν θέλω πια άλλο καφέ
όταν μιλάω στο θάνατο
του δίνω τ’ όνομά σας
ο θεός να μας φυλάει απ’ την αισθητικοποίηση
της ατομικής βόμβας
εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή
στον Ιλισσό
να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές
δεν έχεις πια καμιά ελπίδα
δεν έχω πια ελπίδα
δεν έχω πια καμιά ελπίδα
άλλη απ’ την αδελφή μου την Ελπίδα
δεν έχω άλλο σώμα
απ’ το σώμα που θα κάνω
με το καλώδιο
δεν έχω άλλο θάνατο απ’ τη ζωή
είμ’ ολοστρόγγυλος
σαν τέλειος κύκλος
θ’ αρχίσω να τσουλάω
είμαι μια ρόδα για παιδιά
διότι κύριε
η ζωή κυλάει πάνω σε ρόδες
κάτω απ’ τις ρόδες είν’ ο θάνατος
πάψε
δεν θέλω να σ’ ακούω
θα σ’ αγαπήσω
δεν θέλω να σε βλέπω πια
θα βάλω τις παλάμες μου στ’ αυτιά
να μη σε βλέπω
και θα ζήσω
έρχομαι έρχομαι ζωή
ζωή τον θάνατο πατήσας
μάθετε να περιφρονείτε
ό,τι αγαπάτε
ο ήλιος ο ήλιος η ζωή
έρχομαι φίλε έρχομαι
είμαι δικός σου εσαεί
τι ωραίοι που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απ’ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο
α ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θ’ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!

Από sansimera.gr – photo (Σημερινό Μπραζίλιαν) από: lifo.gr