Το Τρίτο Στεφάνι - Κώστας Ταχτσής

Το τρίτο στεφάνι

Αθήνα 1985 Εκδόσεις Ερμείας

Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ως άνθρωπος εσωτερικά και ως βιώματα, ήταν πολυτάραχη. Παιδί μεγαλωμένο από τη γιαγιά του στην Αθήνα ενώ η μάνα του ζούσε Θεσσαλονίκη μαζί με την αδελφή του καθώς είχαν χωρίσει οι γονείς του και η μάνα του τον πήγε στη γιαγιά του να μένει άγνωστο γιατί. Όταν κατέβαινε στην Αθήνα κι έλεγε στη μάνα της να τον πάρει, εκείνη απειλούσε πως θα πέσει από το μπαλκόνι να σκοτωθεί αν το έκανε κι έτσι εκείνη έφευγε πάντα χωρίς να τον παίρνει μαζί της. Έτσι μικρός ο Κώστας μεγάλωσε με την αυταρχική επιτήρηση της γιαγιάς του – κάτι ωστόσο που δεν απέτρεψε το μοιραίο – να εξαφανισθεί κάποιες ώρες άγνωστο πόσες και με ποιον, και να βιώσει πιθανόν ένα καταλυτικά άσχημο περιστατικό – όπως η ίδια η αδελφή του επεσήμανε μετά το θάνατο του, που του δημιούργησε στη συνέχεια τα γνωστά αδιέξοδα.

Ο νεαρός Κώστας Ταχτσής

Στο βιβλίο «το Τρίτο Στεφάνι» (ιδιωτική έκδοση το 1962) περιγράφει αριστοτεχνικά τη καθημερινότητα του με τις δύο γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του – τη γιαγιά του στο βιβλίο Εκάβη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη με τη μάνα του αντίστοιχα Νίνα συμπλέκοντας ως υπόθεση του έργου τους δύο μονολόγους τους. Οι διάλογοι είναι τόσο ζωντανοί, οι παρουσίες των γυναικών καταλυτικές σ’ έναν κόσμο όπου δεν χωρούσε τους άνδρες και πράγματι ούτε στον κόσμο του Ταχτσή χώρεσαν καθώς τους απαρνήθηκε – γεγονός που σφραγίστηκε οριστικά με την επίσκεψη του πατέρα του στο σπίτι όπου έμενε με τη γιαγιά του στο Μεταξουργείο, και το άγριο ξυλοκόπημα που δέχτηκε απ’ αυτόν όταν είδε τα γραπτά του στο τραπέζι – ένα ημερολόγιο, ποιήματα, τα οποία μανιωδώς και έσκισε – γραπτά που μέσα από τα οποία έβγαιναν πολλά για κρυφές πτυχές της ζωής του.

Το βιβλίο σε σχέδιο εξωφύλλου από τον Αλέκο Φασιανό, βγήκε στις εκδόσεις Ερμείας επισήμως το 1985, αφού είχε απορριφθεί για μια δεκαετία από τους εκδότες λόγω ασέμνου περιεχομένου έλεγαν κάτι που ανάγκασε τον ίδιο να πρωτοεκδόσει με δικά του έξοδα. Πρόκειται για ένα νεανικό αφήγημα – για τα πρώτα του χρόνια που τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη, μετά στην Αθήνα – ως το 1962 (ως νεαρός ποιητής) που ολοκλήρωσε την αφήγηση τους. Πάντως αφού το εξέδοσε έφυγε στο εξωτερικό γυρνώντας με μια βέσπα συνήθως, όμως τι έκπληξη, γυρίζοντας βρέθηκε μπροστά στη θερμή υποδοχή του βιβλίου και την αναγνώριση. Έκτοτε έλαβε κάποιες δημόσιες θέσεις στην ΕΡΤ καθώς και από τη θέση του αρθρογράφου γνωρίστηκε με κόσμο, χωρίς ωστόσο ποτέ να εγκαταλείψει τις ανορθόδοξες δραστηριότητες του στον κόσμο της νύχτας με επισκέψεις στην οδό Αθηνάς, στη Συγγρού εκεί όπου δεχόταν προπηλακισμούς ακόμη και επιθέσεις βαρέων τραυματισμών, που τον οδηγούσαν στον Ευαγγελισμό, από τις τραβεστί της περιοχής γιατί δεν «τον χώνευαν» καθώς πίστευαν πως θα τους «έκλεβε την πελατεία».

Κώστας Ταχτσής (1927 – 1988) – με φόντο την Αθήνα

Ήταν η δεύτερη φύση του μετά τη συγγραφική, να συγχρωτίζεται με τον κόσμο της νύχτας και του υποκόσμου – ανθρώπους που έφερνε και στο σπίτι του, μη διστάζοντας και μη φοβούμενος τα χειρότερα. Πράγματι και έτσι συνέβη, αυτός ο κόσμος απέβη μοιραίος κόβοντας του το νήμα της ζωή του στα 60 του χρόνια. Βρέθηκε νεκρός από την αδελφή του το πρωί στο κρεβάτι του, με όλα τα φώτα ανοιχτά κι αυτά της εισόδου του σπιτιού ακόμη. Το βιβλίο έμεινε να τον θυμίζει το πόσο μεγάλος συγγραφέας υπήρξε, πόσο αυτές οι δύο γυναίκες Εκάβη και Νίνα (στο βιβλίο), επηρρέασαν για πάντα τη ζωή του. Ο Κώστας Ταχτσής δεν τις εφηύρε, υπήρξαν εκεί μπροστά του να του θυμίζουν πάντα, πόσο ανυπεράσπιστη είναι η γυναικεία φύση μπροστα στην ανδρική δύναμη και σε τι πονηριές μετέρχεται για να την αντιμετωπίσει. Δύναμη που του αφαίρεσε του ίδιου τη ζωή, με τόση μανία και εκδικητικότητα.

taxtsis_dolofonia

Η Δολοφονία του συγγραφέα

Στο βιβλίο του Κώστα Τσαρούχα «Η δολοφονία του συγγραφέα» (2008) ανάμεσα σε άλλα εγκλήματα παρουσιάζεται και η ζωή του Ταχτσή, η φιλία που τους ένωνε, καθώς πολλές φορές τον βοήθησε ο δημοσιογράφος, κτυπημένος από τις τραβεστί της Συγγρού και της Αθηνάς πηγαίνοντας τον για τις πρώτες βοήθειες. Οι γιατροί όταν τους έλεγε «ξέρετε ποιος είναι αυτός;» έμεναν αποσβολωμένοι όταν άκουγαν το όνομα του πασίγνωστου συγγραφέα. Όμως η ζωή κυλάει κι όλα ξεχνιώνται και ο νεανικός ως ποιητής Ταχτσής με τις περιπλανήσεις του στους πέριξ του Συντάγματος δρόμους και στα διάφορα στέκια και ο ώριμος αργότερα, με την επιτυχία και την αναγνώριση του συγγραφέα, αλλά και το φρικτό τέλος (1988) όπως επιφυλάχθηκε και σε άλλους της ίδιας ζωής – τους Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1975), Τζιάνι Βερσάτσε (1997), Νίκο Σεργιανόπουλο (2008) και τελευταία του Μένη Κουμανταρέα (2014). Το βιβλίο όμως με τη ερυθρόχρωμη εικόνα του Φασιανού, πάντα θα μένει στο ράφι της βιβλιοθήκης να θυμίζει πως τα αγνά πρώτα χρόνια της ζωής ενός αγοριού μπορούν να γυρίσουν σε μια σκοτεινή περσόνα που με τίποτα δεν μπορείς να απαλλαγείς. Το λαμπρό φως της ζωής των πρώτων χρόνων μιας συντηρητικής μικροαστικής απλής ζωής, συχνά δυστυχώς γίνεται ένας μαύρος ουρανός των πιο σκοτεινών και ανερμήνευτων παθών.

Advertisements

Ένας καφές στο Μπραζίλιαν

brazilianBookCapture

H Συμφωνία του Μπραζίλιαν – Εκδόσεις Αδάμ

Όταν η θλίψη σχηματοποιείται και παίρνει ένα όνομα «Μπραζίλιαν», το καφέ της θλίψης ή απελπισίας. «Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν» μία προσέγγιση στο ποίημα.

Taxtsis_YoungCapture

Ο νεαρός Κώστας Ταχτσής

Ο Κώστας Ταχτσής έγραψε τη «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» το 1954, σε ηλικία 27 ετών. Τώρα τι σχέση έχει το καφέ της Βουκουρεστίου με το απελπισμένο νόημα του ποιήματος; Ας φαντασττούμε το συγγραφέα – ποιητή: μόνος, να πίνει τον καφέ του σ’ ένα κεντρικό, πολυσύχναστο καφέ του κέντρου. Δίπλα του ο μεγαλοαστικός Ζώναρς, του Φλόκα στη στοά, η οδός με τα ακριβά καταστήματα, κόσμος που περνά μπροστά από τη βιτρίνα με τους πάγκους εκατέρωθεν και τα σκαμπό, λίγο πιο κάτω όμως ήταν κι ο Πυρσός, οι εκδόσεις… ενδιαφέρον σημείο για ποιητές.

Αυτός μόνος, να κάθεται να κουβεντιάζει λίγο με τους υπαλλήλους, ο καπνός ανεβαίνει προς το ταβάνι με τις κρεμαστές λάμπες, η βροχή πέφτει, στο δρόμο άνθρωποι με ομπρέλες, βιαστικοί, κρατώντας άλλος μια τσάντα, άλλος με ψώνια. Έχει έρθει από μια άλλη γειτονιά, κάτω από την Ομόνοια Μεταξουργείο, Κολωνός, έχοντας βγει από ένα σπίτι με παλιά εξώπορτα και παιδιά να παίζουν στο χωμάτινο δρόμο. Είναι φανερό πως η εικόνα που είχε μέσα του το πρωί ξεκινώντας, δεν μοιάζει καθόλου αντιπαραβαλόμενη με αυτή της μικρής γειτονιάς, με αυτή που βλέπει από τα τζάμια όπου πέφτει με αδύναμο, ρυθμικό ήχο η βροχή – περίεργο, λίγο πριν ξεκινώντας απ’ το σπίτι είχε ήλιο! με το φως που σκορπούσε τις μικρές του πρασινωπές αναλαμπές .

Αλέκος Φασιανός (Ζωγραφική Εξωφύλου) – Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν

Κάποιος φίλος τον συνέστησε σε έναν άλλο «Ο κύριος είναι ποιητής». Ένας άλλος διηγόταν τις ώρες που πέρασε στον Ιππόδρομο. Σ’ αυτή τη μοναξιά αναδυόταν έντονα πάντα, το φάντασμα ενός χαμένου ή καταδικασμένου έρωτα. Και η παραδοχή πως υπήρχαν και αυτοί που ερωτικώς είχαν μια ιδιομορφία. Αυτό τον γέμιζε απελπισία, το γεγονός πως δεν γινόταν τίποτε ν’ αλλάξει, πως αυτό θα ήταν δια παντός συνυφασμένο με τη μοναξιά του, που τον περιτύλιγε σαν να ‘ταν κάποιος ξένος – κάποιος από πολύ μακριά ερχόμενος, παράταιρος σ’ ένα τέτοιο αστικό περιβάλον – που δεν θα μπορούσε ποτέ να τον νοιώσει τι ξέρει από ποιητές; «ο κύριος είναι ποιητής» ή που κι εκείνος δεν θα μπορούσε ποτέ να αφομοιωθεί μέσα του νοιώθοντας την αδιαφορία του απέναντι του ξένου – κι αυτό ήταν κάτι που τον πλήγωνε.

Ήταν ένα παιδί με νωπές μνήμες της παιδικής του ηλικίας στη Θεσσαλονίκη, κοντά στη συνοικία της Τούμπας, σ’ ένα σπίτι μεγαλωμένο με γυναίκες απλές, του λαού όπως είθισται να λένε, που ήξεραν όμως να αρκούνται στα λίγα που η ζωή τους προσέφερε, και που πίστευαν πως μ’ αυτά μπορεί να είναι ευτυχισμένες. Ένας στέρεος περίγυρος, η αγάπη και η οικειότητα του σπιτιού πάντα εκεί, παρούσα να τους ενώνει, ενώ μέσα στην καρδιά της πόλης, στο πιο κεντρικό της σημείο ερχόταν να ταράξει το νου του η αποξένωση, η μελαγχολία της βροχής, η τζαμαρία με τους διερχόμενους περαστικούς, να τονίσει πως μόνοι πάμε, μόνοι βαδίζουμε σ’ ένα πολύ σκληρό μονοπάτι απ’ όπου δεν υπήρχε οδός επιστροφής.

cryingangelCapture

Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν – Οπισθόφυλλο έργο Γ. Τσαρούχη

Όλα όσα είχαν περάσει χάνονταν στο βάθος των ωρών των «τεμαχισμένων ωρών». Τι απόμενε; ένας καφές, «Τασία φέρε έναν καφέ», το ποτήρι του νερού «φέρε κυρά μου καθαρό» με μνήμες από το παρελθόν καθώς η μάνα του έκανε παρατήρηση στη βοηθό Ρωξάνη, για το ποτήρι που δεν ήταν καθαρό, αυτά όμως είχαν περάσει, η νοσταλγία σαν μαχαιριά, εκεί μπροστά του για όσα είχαν χαθεί.

Το 1956 με το ποίημα αυτό ως τελευταίο, εγκαταλείπει την ποίηση για την πεζογραφία. Ο αστικός γνώριμος του περίγυρος τον έχει κουράσει, τι απόμενε; Η φυγή. Γι’ αυτό ο Ταχτσής αποφασίζει να ταξιδέψει από το 1954 ως το 1964 έζησε στη Δ. Ευρώπη, Αφρική, ΗΠΑ. Εντωμεταξύ δημοσιεύει (1962) το Τρίτο Στεφάνι μια αποτίμηση – περιγραφή των αναμνήσεων, βιωμάτων της παιδικής ηλικίας σε μια διαδρομή Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και προφανώς γίνεται και η αιτία της επιστροφής του το 1964.

Το 1972 η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Τα Ρέστα και άλλα διηγήματα» με πρώτο διήγημα «Τα Ρέστα» όπου εξιστορεί πως τον έστελναν για ψώνια στη Θεσσαλονίκη και αυτός αργούσε να γυρίσει έχοντας το φόβο μήπως τον δείρουν, γνωρίζει την ίδια επιτυχία. Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο «στο Γιώργο Σεφέρη τελευταίου μεγάλου της Ελληνικής ποίησης» μας λέει.

Σβήσε τη φλόγα Μ. Χιώτης

Σβήσε τη Φλόγα Με έναν ευρηματικό στίχο «τη φωτιά που μου άναψες» ο Χιώτης δημιουργεί ένα ολόκληρο σκηνικό παθιασμένου έρωτα. Ο ήχος είναι γρήγορος ενός μάμπο της μόδας. Αυτά τα δύο στοιχεία ο λόγος…

Source: Σβήσε τη φλόγα Μ. Χιώτης

Οι Όμορφες της Νύχτας

Οι Όμορφες της Νύχτας

Οι όμορφες της νύχτας René Clair

Les Belles de Nuit

Ο Claude, ένας νεαρός ονειροπαρμένος συνθέτης, φαντάζεται εικόνες από ένα παρελθόν θαρρείς θεατρικό, που εισέρχονται στο παρόν που βιώνει, προδίδοντας σ’ αυτό και στον εαυτό του μια αλλόκοτη, εικόνα. Όλα γύρω του συγχέονται, μπερδεύονται συνεχώς…

Τίτλος: Οι Όμορφες της Νύχτας Σκηνοθεσία: René Clair Σενάριο: Ρενέ Κλαιρ Πρωταγωνιστούν: Gérard Philipe, Martine Carol, Gina Lollobrigita Είδος: Αισθηματικό, Φαντασίας Έτος: 1952 Βραβεία (κυριότερα): Φεστιβάλ Βενετίας 1952 Κριτικών (FIPRESCI) Ρενέ Κλαιρ, Υποψηφιότητα για Χρυσό Λιοντάρι επίσης, NBR 1954 καλύτερη ξένη ταινία …

Source: Οι Όμορφες της Νύχτας