«Οι αγάπες», Κ. Καρυωτάκης

Featured Image -- 1329ilPratoCapture

Αμίλητη, κυνηγημένη φτάνει σ’ ερειπωμένο τοίχο
στηρίζεται και περιμένει ένα κελάδημα, ένα στίχο.
Γύρω το δάσος με τις μπόρες
φεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.
Κι ήτανε ημέρες ανθοφόρες -επέρασαν- κι ήτανε μία…

Τώρα την άβυσσο ρωτάει
πως βρέθηκε άξαφνα δω πέρα
ενώ στα μάτια της κρατάει, φως
όλη, εκείνη την ημέρα.

Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου
Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,
κι εχάρισες όλου του δάσους
την τελευταία μας ελπίδα.

Είναι προφανές πως το ποίημα μιλάει για την ψυχή. Ο «ερειπωμένος τοίχος» είναι το γκρέμισμα των ονείρων της. Το «δάσος με τις μπόρες» είναι η αναταραχή της και οι «μέρες οι ανθοφόρες» οι παλιές ευτυχισμένες μέρες.
Τώρα της απομένει το ξάφνιασμα, το πως «βρέθηκε άξαφνα εδώ πέρα» ωστόσο «κρατάει το φως» της παλιάς της ζωής. Και καταλήγει ο ποιητής:
Ήρθες «πουλί στην καταιγίδα» που σημαίνει πως βρέθηκε σαν το πουλί πιασμένη μέσα στην καταιγίδα ενώ χάρισε περνώντας – και στον εαυτό της και στους άλλους την «τελευταία ελπίδα» που είναι ένα δάσος, αλλά χωρίς μπόρες, μια θάλασσα χωρίς τρικυμία.

Κώστας Καρυωτάκης: «Φυγή» (Ένα ποίημα για την ψυχή) Α΄Δημοσίευση περιοδικό Νέα Ζωή – Αλεξάνδρεια 1923

Χρηστος Τσαντης

Θα’ ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου

θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.

Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,

θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.

Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο

και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

***

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνε

μες τη θύελλα, και πια δε μπορούμε,

δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.

Ένα θάνατο πάρε και δώσε.

Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,

συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

***

Τα χρυσά πού ‘ναι τώρα φθινόπωρα

πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;

Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο

ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;

Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,

πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

***

Οι θεοί μάς εγέλασαν, οι άνθρωποι,

κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,

γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε

το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.

Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,

ένα θάνατο πάρε και δώσε».

***

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,

θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.

Ολοένα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 21 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s