Αυτή η ταινία είναι μοναδική. Η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι, η παρουσία της Μελίνας, η ιστορία που αφηγείται – μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Έχει εξαφανισθεί ό,τι ήταν ελληνικό, ό,τι ήταν γνήσιο. Και η ιδού η αιτία:
Η πολιτική της υποτέλειας, της εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων που κι αυτές έχουν τη ρίζα τους στον “μπαμπούλα” της γείτονος Τουρκίας. Μη δυσαρεστηθεί ο γείτονας και μας απειλήσει… Όμως δεν θα ‘πρεπε ποτέ να ξεχνάει κανείς εκείνα που προηγήθηκαν. Το ποιος ή ποιοί έφταιξαν είναι δουλειά της Ιστορίας πια… Όμως,
Οι Έλληνες θα πρέπει να μη ξεχνάμε πως είμαστε λαός που έχει δώσει μεγάλο πολιτισμό – και Αρχαίο και Νεώτερο, πως ζούμε σε μια από τις πιο ωραίες χώρες όπου οι τουρίστες μένουν ενθουσιασμένο, πως έχουμε δώσει πολλά και πρέπει να πάρουμε αντιστοίχως πολλά… Οι Τούρκοι – στον τομέα του Πολιτισμού τι έχουν δώσει; Οι Έλληνες γιατί να ξεχνάμε αιωνίως – επιδιδόμενοι στην ξενοφοβία και ξενομανία ταυτόχρονα…
΄Ακουγα το last fm και φθάνοντας στον Neil Diamond έμεινα… Καταπληκτική φωνή, ενέργεια, φρεσκάδα… Ένας υπέροχος καλλιτέχνης… Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχουν ανάλογοι… Όλοι βγαίνουν πανομοιότυποι, χωρίς προσωπικότητα. Τραγούδια όπως το “Crackling Rose” δεν μπορούν σήμερα να γίνουν. Το γιατί εμπεριέχεται σε μια κατάσταση που έχει ξεφύγει…
Μεγάλη σημασία -χωρίς να ξέρω ακόμη τα λόγια του τραγουδιού- έχει ο τίτλος του: Σημαίνει κάτι ωραίο αλλά που έχει πεθάνει την ίδια στιγμή. Το τριαντάφυλλο στο βάζο και το κλαδί απ’ όπου κόπηκε. Είναι λυπημένο αλλά τόσο όμορφο. Η ομορφιά αυτή θα κρατήσει δυο μέρες το πολύ – έως ότου να μαραθεί. Αλλά στο διάστημα αυτό θα έχει δώσει όλη τη φρεσκάδα, την ομορφιά και το άρωμά του…
Αεναη Γιορτη
Τριαντάφυλλα δύο στο βάζο, κόκκινα
Τα βλέπεις που ανασαίνουν ανεπαίσθητα
σύντομα γέρνοντας θα χαθούν
μαζί με τη δική σου ευδιαθεσία.
Γιατί δεν φθάνουν μόνο το φως, το νερό
ο αέρας για να ζήσεις.
Θέλεις πολλά, αναρίθμητα:
Μέρη απ’ του ανέμου το τραγούδι μαγεμένα
φιδίσια μονοπάτια
Ήλιοι βυθίζονται στο άκρο της θάλασσας
πορτοκαλιές ανταύγειες
στιγμές πυρρακτωμένες
Ταξίδι στο άκρο της γης
στο πέρας του φωτός
Μύριες σε διαπερνούν ανατάσεις΄
όλο το φάσμα των αισθήσεων διατρέχοντας.
Πέπλα της νύχτας λαμπυρίζοντα
μέσα σ’ αρώματα κήπων πευκόφυτων
Οι μουσικοί κουρδίζουν τα βιολιά τους:
Κάλεσμα σε στροβιλισμό
βαλς που κρατά αιώνια
Αγάλματα μειδιούν λευκά
και Σεραφείμ με Χερουβείμ ακολουθούνε
αγγέλους μεγαλόπρεπους.
Δεν είναι μια άυλη στιγμή
αλλα αποτύπωμα βαθύ στου χρόνου τους αμμόλοφους
Κενά, αποσιωπήσεις, αποστάσεις
Ο Φόβος, το Άγνωστο
λέξεις πια, δε σε αφορούν. 5/7/'04 Λ. Σ. Α.
Το 2007 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Ηρακλειώτη πεζογράφου – (1883-1957). Έργα του: Ο Τελευταίος πειρασμός /1955, ο Φτωχούλης του θεού /1957, Ασκητική /1920, Αλέξης Ζορμπάς /1954 – το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου ξενόγλωσσου μυθιστορήματος στη Γαλλία, γυρίστηκε ταινία Alexis Zorbas με πρωταγωνιστή τον Άντονυ Κουίν – (έργο που έκανε παγκόσμια γνωστή την Κρήτη και συνετέλεσε στον τουρισμό της…), Αναφορά στον Γκρέκο /1961 εξεδόθη η συγγραφή του όμως είχε άρχισε στο Λουγκάνο το 1955 – χρονιά όπου και γνωρίστηκε με τον Αλβέρτο Σβάιτσερ, στην Αλσατία- Οδύσσεια (ποίηση), Ταξιδεύοντας (ταξιδιωτικές εντυπώσεις) με τις περιγραφές των ταξιδιών που έκανε ανά τον κόσμο από το 1907 και μετά – με ενδιάμεσες στάσεις στο εξοχικό της Αίγινας (1943-1944), και στην Αθήνα (1945) κ.ά. Το 1906 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημοσιεύσεις κειμένων του στο περιοδικό Πινακοθήκη με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβανή, με το οποίο εξέδωσε και το πρώτο βιβλίο του “Όφις και Κρίνο”, αφιερωμένο στη Γαλάτεια Αλεξίου. Το 1902 έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1906 με άριστα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Μασονική Στοά Αθηνών και έφυγε για σπουδές Νομικής στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας με τον Ανρί Μπεργκσόν. Το 1924, μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη, Γερμανία -Βερολίνο, Δρέσδη- Ιταλία, γνωρίζεται με την Ελένη Σαμίου με την οποία παντρεύεται το 1945, χρονιά που ιδρύει τη “Σοσιαλιστική Εργατική Ένωση” και διατελεί υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη.
Άντονυ Κουίν
Το 1946 εγκατεστάθη στο Παρίσι σύμβουλος στην έδρα Λογοτεχνίας της Unesco και την ίδια χρονιά προτάθηκε για το Nobel μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό. Το έργο του ο Χριστός ξανασταυρώνεται /1953, ξεσήκωσε αντιδράσεις από την Ελληνική εκκλησία αλλά και το Βατικανό. Επίσης έγραψε πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό μαζί με τη Γαλάτεια Αλεξίου η οποία και τα υπέγραφε – (1911-1926 διάρκεια γάμου τους). Tο 1957 προβλήθηκε στις Κάννες το, επίσης βασισμένο στο “O Xριστός ξανασταυρώνεται”, φιλμ του Ζυλ Ντασσέν, “Εκείνος που πρέπει να πεθάνει”. Ο Καζαντζάκης ήταν παρών στην πρεμιέρα. Το καλοκαίρι ταξίδεψε στην Κίνα και κατά την επιστροφή μέσω Ιαπωνίας εμβολιάστηκε με αποτέλεσμα να προσβληθεί από γάγγραινα. Νοσηλεύτηκε αρχικά στην Κοπεγχάγη και στη συνέχεια στο Φράιμπουργκ, όπου προσβλήθηκε από Ασιατική γρίπη και πέθανε σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων χρόνων. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο και ενταφιάστηκε στην Τάπια Μαρτινέγκο, κοντά στο ενετικό κάστρο της πόλης. Ο Ν. Καζαντζάκης δεν πήρε το Nobel, όπως ο Ελύτης και ο Σεφέρης ωστόσο θα πρέπει να θεωρείται ο μεγαλύτερος Έλληνας πεζογράφος της μεσοπολεμικής πεζογραφίας (μεταξύ Α΄και Β΄παγκοσμίου πολέμου) αλλά και των μετέπειτα χρόνων.
Αποσπάσματα από το “Αναφορά στον Γκρέκο”
Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Που να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ; Σε ποιον να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη;
Μαζεύω τα σύνεργα μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Χορός Ζορμπά
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί· μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει. Δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει. Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου ποιον ν’ αποχαιρετήσω; τι ν’ αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια· κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Ανεβήκαμε στο κατάστρωμα για παρακολούθηση του απόπλου. Αριστερά το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής σκαρφαλωμένο στο βράχο. Πιο πέρα ψηλά το Κάστρο. Σιγά-σιγά το καράβι απομακρυνόταν αφήνοντας πίσω ένα άλλο σκαρί – το Commodore – όνομα παρμένο απ’ την εποχή των Ιταλών. Τραπεζάκια στο κύμα όπου δυο πάπιες σεργιάνιζαν στο νερό. Ησυχία, το σκούρο διασπόταν από το άσπρο των σπιτιών απλωμένα στα βουνά που έσβυναν απαλά στη θάλασσα.
Καθώς απομακρυνόμασταν, το καράβι σφύριξε τρεις συριγμούς – μια επιβλητική στιγμή καθώς διασχίζαμε αθόρυβα τ’ ακύμαντα νερά, μεσ’ τη σιωπή της θάλασσας, κάτω από έναν διάστιχτο ουρανό με μικρά ανάρια σύννεφα.
Η θάλασσα δεν είχε επιφάνεια -μόνο οι αντικρινοί λόφοι δεν τέλειωναν στη γραμμή της γης αλλά τραβούσαν πέρα κάτω, ξαναρχίζοντας μια πιο θαμπή εικόνα της μορφής τους που έσβηνε απαλά στο βάθος ενός κενού. Αίσθημα πως υπάρχει μια άλλη πρόσοψη της ζωής. Μαρούλη
Ξαφνικά, από το βάθος του ορίζοντα, πρόβαλε καθώς έδυε, ο πορτοκαλής ολοστρόγγυλος δίσκος του ήλιου. Φεύγαμε προς την Ανατολή, η χώρα της Πάτμου έσβηνε στη Δύση μέσα στη φαιορόδινη αχλύ του ήλιου, οι τρεις φοίνικες στο έμπα του λιμανιού, άρχιζαν να χάνονται από το μάτι, το “ενοικιάζονται δωμάτια”, πιο πέρα προς Βορρά, πάνω στην πρώτη στροφή απ’ το λιμάνι το Patmos Bay…
Άρχιζε να νυχτώνει για τα καλά, η ψύχρα ήταν αισθητή, φορέσαμε τα μπουφάν μας. “Ladies and gentlemen, now dinner second sitting is served… ” Κινήσαμε για το δείπνο πίσω αφήνοντας τη σιωπή της θάλασσας τυλιγμένοι στο μανδύα του ουρανού που είχε γίνει πια μαύρος… 14.07.04
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη, από πατέρα που καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από τον χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του, όπου πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια. Γράφτηκε στη νομική σχολή, όπου φοίτησε για δυο χρόνια. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.
Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα. Ακολούθησαν οι συλλογές Συμφωνία του «Μπραζίλιαν» (1954) και Καφενείο «Το Βυζάντιο» (1956), ενώ την ίδια εποχή συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Αντρέα Εμπειρίκο. Από την άνοιξη του 1956 ως τον Δεκέμβρη του 1964 έζησε σχεδόν αδιάκοπα στη Δυτική Ευρώπη, Αυστραλία και ΗΠΑ, με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία.
Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα, γράφοντας Το τρίτο στεφάνι, το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια δεύτερης εκεί παραμονής του και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής το τύπωσε με δικά του έξοδα στην Αθήνα το 1962. Δυο μήνες μετά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα έλαβε μέρος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Πάλι (1964-67), μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργο Μακρή, και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής (μετέφρασε κυρίως θεατρικά έργα, Αριστοφάνη, Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Ατάυντε, κ.ά.). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συνυπέγραψε τη Δήλωση των 18 κατά της χούντας και της λογοκρισίας και διώχτηκε από την Ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό, το 1988, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων.
Όπως έγραψε ο συν-εκδότης του περιοδικού Πάλι Νάνος Βαλαωρίτης, «Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει από αυτήν το λουλούδι μιας μοναδικής γραφής. [...] Και, παρόλο που ήταν με κάποιον τρόπο αριστοφανικός, δεν ήταν ποτέ παρωδικός. Παρωδία ήταν η ζωή του. Εκεί έπαιζε θέατρο, ενώ το γράψιμο ήταν στα ίσια, σοβαρή υπόθεση, που δε χωρούσε θεατρινισμούς.»
Δεν είναι αλήθεια ότι δεν μ’ αρέσαν τα πατάρια
κι ας έγραψα το αντίθετο στα “Στέκια”
Απεναντίας, πολύ επιθυμούσα αυτές τις συναναστροφές,
καιγόμουνα για συζητήσεις φιλολογικές,
για συζητήσεις, στην άνεση του χρόνου που ήσυχα κυλά κι ανέμελα.
Κι όμως, κλεφτά περνούσα απ’ του Λουμίδη, απ’ το Μπραζίλιαν,
ας πουμε κομισσάριος μισοζαλισμένος ή και σαν σνομπ
ζηλεύοντας του Νίκου Καρούζου την ελευθερία,
που καθημερινά τον έβλεπα παρόντα,
πίσω απ’ το κρύσταλλο της βιτρίνας,
πάνω από καπνούς τσιγάρων και καφέδων να ονειροπολεί.
Και στο Βυζάντιο ποτέ δε μ’ άφησε ο ρυθμός μου
να στεριώσω και να κάνω ένα ξενύχτι.
Σκέφτομαι, αν,
όπως συνέβη άλλωστε στην όλη μου ζωή,
που κάτι επιθυμίες τέτοιες τις φυλάκιζα,
αν, λέγω θα ‘τανε καλύτερα,
αγκιστρια κι αγκυρες
που μ’ εδεσαν στα τετριμμενα και πεζα,
να τα ‘χα αποφυγει.
Σε σκοτεινές ντουλάπες και βαθιά μπαούλα
ριγμένα άτσαλα, με ή χωρίς ναφθαλίνη.
Περνάει η μόδα τους. Φτωχοί
δεν υπάρχουν πια για να τους τα χαρίσουν.
Το σχήμα τους αλλάζει. Μικραίνουν,
γίνονται παιδικά, παραμυθένια.
Στην τσέπη τους σημειώματα, μικρά κλειδιά,
ένα σπασμένο τσιγάρο (θα μπορούσε να ήτανε
και μολύβι) μένουν στα σκοτεινά.
Η μυρωδιά του ζωντανού σώματος
δεν ακούγεται. Μόνο λύκος – αν πλησιάσει
πολύ – θα μυρίσει άνθρωπο.
Τα πουκάμισα και οι πυτζάμες
- ως ευκολόχρηστα – γίνονται σφουγγαρόπανα.
Ξέχασα τα παπούτσια. Αυτό φοριούνται
από τους οικείους όταν ποτίζουν τον κήπο.
Σαπίζουν εύκολα και τα πετάνε στο δρόμο
ξεκοιλιασμένα.
Είναι εκείνα που βλέπουμε,
συνήθως το καλοκαίρι στις μεγάλες ζέστες
και ψήνονται μαζί με τις πέτρες στο νού μας.
Στροφή
πήραμε μικρή
δίπλα απ’ το καταπράσινο νησί
Χιλιάδες πεύκα νεοσσοί
χωμάτινο δρομάκι
σ’ ένα παλιό οίκημα οδηγεί
κυνηγετικό ίσως του χθες περίπτερο.
Αργά αργά η πόλη ξεπροβάλλει με τα ενετικά της κτίρια:
Τόνοι του ροζ και της ώχρας
καμπαναριά με κόκκινες κορφές
Το απόκρημνο βουνό
στο φως των ηλιαχτίδων χάνει την αγριάδα του
Όλα γλιστρούν αθόρυβα
μες τη σιωπή της θάλασσας σαν σε ταινία που αρχίζει
Ξενοδοχείο το “ΙΟΝΙΟ“, “ΑΤΛΑΝΤΙΣ“,
μια επιγραφή: “ΟΥΖΟ ΤΣΑΝΤΑΛΗ” και δυο πολεμικά
αραγμένα
Μπλέκει το Σήμερα στο Χθες κ’ εμεις μεσ’ την εικόνα
παρακολουθούμε το τοπίο:
Επισκέπτες,
απ’ το πέλαγος του εαυτού μας φερμένοι.
Αργόσυρτα στενάζοντας
δρόμους ανεξερεύνητους
όριζε το φεγγάρι.
Απόμακρος κυμάτων παφλασμός,
γλυκό σπινθήρισμα βλεμμάτων
ανέμου ριπές, μέσα από κάμαρες παλιούς φανοστάτες,
εξώστες και κατώφλια κτιρίων ενετικών
νύχτα διάστυχτη ψήγματα ασημιά και χρυσά.
Μεσ’ στα βαθύσκια καλντερίμια από τα βάθη του χρόνου
πλανιόταν η σιωπή
ζωών που τελεύτησαν, φλογών που σβυστήκαν, φράσεων που δεν ειπώθηκαν
ανεμοστρόβιλων που πέρασαν
άγνωστων μυστικών κρυμένων αδιόρατα
σε σπίτια ανδρών επιφανών
περίτεχνα στη λήθη τη μαρμάρινη
ωραία στολισμένα.
Στο βουητό της θάλασσας του Ιονίου
στα μαύρα φύκια που ξεβράζουν οι ακτές του σαν πλησιάζει τρικυμία
ανθρώπων ιστορία
πάνω στις γρίζες πέτρες, αθώρητη σφραγίδα.